ΑΜΕΝΧΟΤΕΠ – ΑΚΕΝΑΤΟΝ – ΑΜΕΝΟΦΙΣ Ο 4ος (1370-1353 π.Χ.)
“Ακενατόν, ο επαναστάτης Φαραώ που μίλησε για τον Ένα και Μοναδικό Θεό γεννήτορα των πάντων, ορατών και αοράτων, 3.500 χρόνια πριν και φυσικά η μόνιμη Βαβυλώνα τον ονόμασε αιρετικό”
Η ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΚΕΝΑΤΟΝ
Εκείνος συγκέντρωσε μόνο το μίσος και την αχαριστία, αυτών που ευεργέτησε. Είναι ίδιον των μεγάλων ψυχών να πληρώνονται από νάνους συνανθρώπους τους, με το αυτό πάντα νόμισμα της προδοσίας. Τα στρατεύματά του προσχωρούσαν στους φιλοπόλεμους στρατηγούς και οι προχθεσινοί του συνεργάτες, συνωμοτούσαν με το ιερατείο του Άμμωνα, για την εκθρόνισή του. Τεράστια ποσά δόθηκαν για να αφανίσουν ”τον τρελό Φαραώ” τον εξωμότη και υβριστή του μεγάλου Θεού Άμμωνα. Έτσι ο τροχός γύρισε ανάστροφα και άρχισε να φουρτουνιάζει ολόγυρά του η θάλασσα της ύλης.
Λίγοι πιστοί του έμειναν. Η μητέρα του, η γυναίκα του και με επιφύλαξη, ίσως και μερικά από τα παιδιά του. Ακόμα και στη Μέμφιδα έγινε επανάσταση και οι παλιοί πιστοί ζητούσαν να έλθει ο θεός Άμμωνας, για να τους δώσει αυτό που έχασαν. Ο ψυχικός πόνος ήταν τόσο μεγάλος, που μόνο ο Θεός Ατόν, άκουγε τους ύμνους και τα λυπητερά αισθήματά του και έκλεγε μαζί του, για την αιώνια ανθρώπινη αδυναμία. Τα πάντα έγιναν ολόγυρά του ερείπια, ψυχικά συντρίμμια. Κρυφά τη νύχτα οι υπήκοοί του έφευγαν και στα παλιά της Θήβας γύριζαν. Το τέλος μιας εποχής που έλαμψε για μια στιγμή μόνο, μέσα στην μανιασμένη θάλασσα της ύλης.
Έκλεινε τα 33 του χρόνια, όταν τον σκότωσαν οι φύλακές του, τη νύχτα που γονατισμένος, προσευχόταν στον Ένα το Μοναδικό Αληθινό Θεό. Πριν όμως τον σκοτώσουν σωματικά, τον σκότωσαν προ πολλού ψυχικά και το μόνο που ζητούσε ήταν να προσεύχεται Σ’ Εκείνον που σωστά, αληθινά και ολόψυχα δόθηκε και υπηρέτησε.
Αιώνιε Ακενατόν!!! Η αθανασία σου, θα βρίσκει θέση μέσα στις ψυχές μας, μαζί με την αγνή μορφή σου. Σε περιμένουμε ξανά στον φτωχικό μας πλανήτη, στην ανώριμη τότε και τώρα γη. Να φέρεις την ειρήνη που μας υποσχέθηκες και την αγάπη, που μας έταξες. Ίσως ύστερα από 3,5 χιλ. χρόνια, να είμαστε καλύτεροι από εκείνες τις μαύρες μέρες στην Αίγυπτο. Συγχώρεσέ μας, λυπήσου το γένος των ανθρώπων, γιατί ακόμα βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία.
Δυστυχώς έφυγε δολοφονημένος. Οι διάδοχοί του έσβησαν ακόμα και το όνομά του και απαγόρευσαν τη μνήμη του. Η ωραία πόλη εγκαταλείφθηκε και μπορούσε ο καθένας να πάρει και να κάνει ό, τι ήθελε. Άλλοι γκρέμιζαν και άλλοι έκαιγαν. Κομματιασμένα παντού μάρμαρα, πέτρες και τούβλα και μια ανεξήγητη κακία, δείχνουν τη θέση που κάποτε βρισκόταν η ”Τελ-Αμάρνα” η πρωτεύουσα, της χρυσής εποχής της Αιγύπτου.
Σήμερα, ο μελετημένος και προετοιμασμένος και μόνο ένας τέτοιος επισκέπτης, περνώντας τα ατέλειωτα ερείπια της Ακετατόν-Ελ Αμάρνα, θα ακούει και θα βλέπει να περπατούν, χειροπιασμένοι δύο μεγάλοι βασιλιάδες, που φάνηκαν στη γη μας. Πίσω τους, μια καμένη μητέρα Τήι, η μυημένη Μάνα, θα παρακολουθεί τον ανθό της, το μόνο καμάρι και σκοπό, που είχε στη ζωή της και θα κρυφοκλαίει αδιάκοπα, θυμούμενη αυτά που της προείπε, όταν τον είδε στο όνειρό της. Τώρα ο ίδιος θα ακούγεται να λέει μέσα στου σιμούν το ούρλιασμα.
Άνθρωποι, ανοίξτε τις χιλιοκλεισμένες σας καρδιές, να μπει βαθιά στο είναι σας, αυτό που λείπει για να γίνετε ευτυχισμένοι. Να μπει και να σας κατακτήσει η αγάπη. Αυτά τα πλάσματα που ευτυχούν, πτηνά, ψάρια, θεριά και άλλα ένζωα είδη, έχουν μέσα στο είναι τους αποθηκευμένη, αυτή που ψάχνετε εσείς οι άνθρωποι να βρείτε και δεν μπορείτε, την αγάπη. ”Δώστε στη σκέψη δύναμη, να φτάσει στα ουράνια, να αγκαλιάσει η ψυχή του καθενός σας, κάτι από τη λάμψη τη μεγάλη, του Αιώνιου και Άφθαρτου Πατέρα μας”.
Συνεχίζεται…