ΑΜΕΝΧΟΤΕΠ – ΑΚΕΝΑΤΟΝ – ΑΜΕΝΟΦΙΣ Ο 4ος (1370-1353 π.Χ.)
“Ακενατόν, ο επαναστάτης Φαραώ που μίλησε για τον Ένα και Μοναδικό Θεό γεννήτορα των πάντων, ορατών και αοράτων, 3.500 χρόνια πριν και φυσικά η μόνιμη Βαβυλώνα τον ονόμασε αιρετικό”
Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ
Στα 1353 π.χ. συνέβη ο θάνατος του Ακενατόν. Γεννήθηκε στα 1386. Δηλαδή παρέμεινε στη γη 33 χρόνια. Στις υπαίθριες εξέδρες των θρησκευτικών ομιλιών και τελετουργικών πράξεων προς τον Ατόν, ο Ακενατόν έφτανε ανεβαίνοντας 33 σκαλοπάτια, τα οποία υπήρχαν και από τις τέσσερις πλευρές. Όταν ανέβαινε από δυτικά, κατέβαινε ανατολικά και όταν ανέβαινε από βορρά κατέβαινε στο νότο. Το τριαδικό σύστημα δημιουργίας και διοίκησης του κόσμου, είναι το γνώρισμα της Αιγυπτιακής μύησης.
Μετά το θάνατο του Ακενατόν, επικράτησε χάος. Το παλιό ιερατείο παρουσιάστηκε, πλήρως οργανωμένο και ζήτησε για Φαραώ έναν από τους συγγενείς του Ακενατόν, αλλά κανένας δεν δέχτηκε να αναλάβει τις ευθύνες. Στο τέλος δέχτηκε να βασιλέψει ο γέροντας, θείος του πατέρα, του Αμένοφι του 4ου, πρίγκιπας Σεμενχκαρέ ο 3ος, ο οποίος στέφτηκε Φαραώ στη Θήβα και προσπάθησε να συμφιλιώσει τη Φαραωνική οικογένεια με το Θηβαϊκό ιερατείο, καλώντας τους προσκολλημένους στον Ακενατόν, να επιστρέψουν στην πρώτη τους, πίστη.
Ζήτησε και πέτυχε την υπόσχεση της Τήι, της Νεφέρ, της Νάα και του Τουτανχατόν που έγινε Τουτανχαμών, να μην προβάλλουν προσκόμματα στο συμφιλιωτικό τους έργο. Ο θείος του νεκρού Ακενατόν στρατηγός Χορεμχέμπ, κατόρθωσε να επαναφέρει τις κτίσεις της Αιγύπτου που είχαν αποσκιρτήσει, στη θέση τους και όλα γυρνούσαν στην προ Ακενατόν εποχή. Ο Σεμενχκαρέ έζησε 2 χρόνια σαν Φαραώ της Αιγύπτου και έγινε η μεταβατική γέφυρα επιστροφής στην προηγούμενη εποχή.
Το 1352 ανέβηκε στο θρόνο της Αιγύπτου ο νεαρός γαμπρός του Ακενατόν, με το καινούργιο όνομα Τουτανχαμών. Από εικόνα του Θεού Ατόν έγινε εικόνα του θεού Άμμωνα. Έτσι κατάντησε το κίνημα της Αλήθειας και της Αγάπης, του αξέχαστου Ιχνατόν- Ακενατόν. Ο Τουταγχαμών ή Τουτανχατόν όπως ονομαζόταν μέχρι την πτώση του πεθερού του, γεννήθηκε στη Θήβα, στα 1366 π.χ. όταν στην εξουσία ήταν ο μετέπειτα πεθερός του, Αμένοφις ο Δ’. Βραχύτατη ήταν η βασιλεία του, γιατί πέθανε το 1343 σε ηλικία 23ών ετών. Ήταν εννιά χρόνια παντρεμένος με την πριγκίπισσα Νάα, κόρη του Αχνατόν και της Νεφερτίτης.
Η πολιτεία του Τουταγχαμών ήταν αμφίρροπη και χλιαρή. Η συμφιλίωση που έκανε με το ιερατείο, ήταν η υποταγή του νικημένου, στους νικητές. Υποχρεώθηκε να εξαλείψει το όνομα του πεθερού του Ακενατόν, απ’ όλα τα δημόσια κτίρια της Αιγύπτου, το όνομα του Θεού Ατόν και της πρωτεύουσας Ακετατόν. Γνωρίζουμε ότι η Νάα τεκνοποίησε, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία τί απέγιναν τα παιδιά, με όλα όσα έγιναν. Μετά το θάνατο του Τουτανχαμών, ανέβηκε στο θρόνο της Αιγύπτου, ο μόνος επιζήσας θείος του Ακενατόν, στρατηγός Χορεμχέμπ, δοκιμασμένος στα πεδία των μαχών και στις διπλωματικές αποστολές, που κατά καιρούς ανέλαβε.
Όπως ήδη είπαμε, το πρώτο που έκανε ο Τουτανχατόν ήταν η αλλαγή του ονόματός του, σε Τουτανχαμών για να ικανοποιήσει το Θηβαϊκό ιερατείο. Ύστερα εξέδιδε βασιλικά διατάγματα που αφορούσαν τη λησμονιά και την εξάλειψη των λέξεων Ατόν, Ακενατόν, Ακετατόν. Ξυσμένα μάρμαρα, καμμένα και ανάποδα βαλμένα, αρκεί να μην φαινόταν τα ονόματα Ατόν, Ακενατόν, Ακετατόν.
Ο Ιερέας Μανέθωνας αναφέρει με συγκίνηση την εποχή Αχνατόν, του μεγάλου βασιλιά της Ελ Αμάρνα. Καμία κατάκριση για τότε, σε αντίθεση με τα έργα και τις ημέρες του περιβόητου Τουταγχαμών. Αυτός ήλθε και έφυγε από τον κόσμο, δίχως να δώσει τίποτα, μόνο λήθη έδωσε για τον πεθερό του Αχνατόν και για τη μεγάλη και ανεπανάληπτη εποχή του, τη χρυσή εποχή του μονοθεϊσμού ή της εσωστρέφειας στην Ελ-Αμάρνα. Από τη μία το Φώς και από την άλλη το βαθύ σκοτάδι. Η πνευματικότητα και η θεία ομορφιά σε αντιπαραβολή με την πτώση των αξιών και σε ό, τι δεν βολεύει, την υλική καταστροφή.
Βασίλεψε μόνο εννιά χρόνια και πέθανε στη Θήβα, από φυματίωση. Ένας χαρακτήρας άβουλος και αδιάφορος για τα γεγονότα ολόγυρά του. Αυτός όμως δυστυχώς υπήρξε ο διάδοχος και ο συνεχιστής, ενός πολύ μεγάλου μύστη και προφήτη οραματιστή. Η διαφορά ανάμεσα στον πεθερό και το γαμπρό τεράστια και είναι αδύνατο κάποιος να σκεφτεί, να τους συγκρίνει.
Οι δύο γυναίκες η Τήι και η Νεφερτίτη, επέστρεψαν στην ξεχασμένη από χρόνια Θήβα και έπιναν της ταπείνωσης το πικρό ποτήρι και έκλαιγαν τον ήλιο που κάποτε τις ψυχές τους φώτιζε και τώρα έχει πάψει να φέγγει στη χώρα τους και στις καρδιές τους. Και ενώ η επίσημη κυβέρνηση του γαμπρού τους, έσβηνε και κατέστρεφε όπου ήταν χαραγμένο, το όνομα Ατόν, Ακενατόν και Ακετατόν, εκείνες έκλαιγαν, την αιώνια απουσία εκείνου, του παιδιού της η μία και του συζύγου της η άλλη, που ήταν στη ζωή τους, η χαρά και η ευτυχία.
Και ενώ η αρρώστια του νέου Φαραώ όλο και δυνάμωνε, οι τύψεις του για την άνανδρη συμπεριφορά του, προς το σωτήρα και ευεργέτη του Ακενατόν, άρχισαν σαν τα φίδια να τον ζώνουν, όταν σταμάτησε η πρώτη, καταδίωξη. Τα δύο ιερατεία συμφιλιώθηκαν και το ιερατείο της Ηλιούπολης ζήτησε το ελεύθερο, μέσα στον μητροπολιτικό ναό, να λατρεύεται, όπως στα παλαιότερα χρόνια, ο θεός ήλιος Ρα – Φθα και να αναφέρουν μόνο οι ιερείς, το όνομα του Θεού Ατόν, σαν το ομοίωμά του.
Οι μπόρες πέρασαν, μαζί με τους μαύρους χρόνους της διάδοχης κατάστασης, μετά την πτώση του Αχνατόν και τον άδικο θάνατό του, που προφήτευσε στη σεβάσμια μητέρα του. Έτσι έφτασε το φθινόπωρο του 1343 π.χ. που ο Τουταγχαμών άφησε το πνεύμα του να φτερουγίζει από την ύλη, για τον άλλο κόσμο. Από νωρίς οι δικοί του φρόντισαν για τη θανή του. Η πριγκίπισσα Νάα, φρόντισε για τον τάφο του, στην κοιλάδα των βασιλέων, όπου θα ενταφίαζαν τον άνδρα της, μιας και δεν έμαθαν ποτέ την τύχη, του λείψανου του πατέρα της.
Συνεχίζεται…